Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Στον Δημήτρη που έφυγε νωρίς.Σχεδόν δυο χρόνια πριν.


ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς;
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς;
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς;
Είμαι εγώ, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς;
Πού μ’ αφήνεις, πού πας, μ’ ακούς;
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς;
Να μας θάψουν και οι χιλιάδες ύστεροι χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς;
Να γυαλίσει πάνω τους η απονιά, μ’ ακούς;
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα – ένα, μ’ ακούς ;
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησιά, μ’ ακούς;
Όπου κάποτε οι φιγούρες των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς;
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ’ ακούς;
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς,
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται να ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς;
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς;
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς;
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς;
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
Από το θέλημα μόνο της αγάπης, μ’ ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς;
Με σπηλιές και με κάβους και ανθισμένους γκρεμούς
Άκου… Άκου…!
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω, κι είμαι εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ… Σ’ αγαπώ…! Μ’ ακούς;

1 σχόλιο:

Λευκή είπε...

Σήμερα ήρθαμε και σε είδαμε, εγώ και ο Γιώργος. Ρε συ... ?????
Έχουν περάσει 2 χρόνια κι ακόμα μου φαίνεται ασσύληπτο. 22-10-2006 ήτανε.