Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Παραμύθι


Όλες οι ιστορίες χρωματίζονται με λέξεις. Υπάρχουν ιστορίες πολύχρωμες, ιστορίες μονόχρωμες και ιστορίες ασπρόμαυρες. Ετούτη εδώ θα έχει ένα χρώμα λευκό, μια απόχρωση που λέγεται λευκό του τιτανίου. Είναι ένα λευκό κάπως απόλυτο και αυστηρό, που όταν το κοιτάς σου αντιγυρίζει μια σκληρότητα. Ίσως απέναντι στην ίδια του τη λευκή υπόσταση να είναι ακόμα πιο αυστηρό, αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό τώρα. Μιας και όμως αυτή η ιστορία είναι γεμάτη από αυτό, θα πρέπει να το αποδεχτούμε αξιωματικά από την αρχή.

Όλα διαδραματίζονται σε ένα περιβόλι, κάπου στη Βόρεια Ελλάδα, στην αρχή ενός καλοκαιριού, τον καιρό που ωριμάζουν τα πρώτα ροδάκινα. Οι εργάτες κάνουν την δουλειά τους γρήγορα και συντονισμένα ενώ μια πεταλούδα περιφέρεται στον αέρα. Στην αρχή κάθεται σε ένα λουλούδι στη βάση μιας ροδακινιάς. Το λουλούδι αυτό είναι κάπως περίεργο. Δεν έχει ξαναδεί κάτι ανάλογο σε όλη της την πεταλουδένια ζωή. Έχει αυτό το λευκό τιτανίου στα πέταλά του που κάνει την πεταλούδα να ανησυχήσει και να σκεφτεί σοβαρά για το ποιόν και τις προθέσεις του.

Βέβαια, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, πρέπει να σημειώσουμε πως μέσα σε αυτό το λευκό περικλειόταν και ένα ζεστό και χαρούμενο κίτρινο, ένας κίτρινος κύκλος γεμάτος γύρη και ζωή, που φαινόταν πολλά υποσχόμενος. Αυτό ηρέμησε κάπως την πεταλούδα.

Ξαφνικά, ακούστηκαν βήματα. Ένας εργάτης που έκανε το διάλειμμά του εκείνη την ώρα πέρασε ξυστά από το σημείο και παραλίγο να τους τσαλαπατήσει και τους δύο. Λουλούδι και πεταλούδα κοιτάχτηκαν ανακουφισμένα.

Τελικά η πεταλούδα, παρά τους αρχικούς της ενδοιασμούς πέρασε εκεί την μέρα της μαζεύοντας γύρη στα πολύχρωμα φτερά της και συζητώντας υπαρξιακά ζητήματα με το λουλούδι. Ήξερε έτσι κι αλλιώς ότι πλησίαζε η ώρα. Και το αποφάσισε. Δεν είπε τίποτα στο λουλούδι για να μην το στεναχωρήσει.

Η επόμενη μέρα ξεκίνησε έτσι όμορφα με έναν υπέροχο ήλιο που σε ξεμυάλιζε. Η πεταλούδα τεντώθηκε και χασμουρήθηκε. Καλημέρισε το λουλούδι και άρχισαν το κουτσομπολιό. Μιλούσαν για τους εργάτες, για το παιδί του γεωργού που όταν ξέφευγε από το άγρυπνο μάτι της μάνας του έτρωγε χώμα, και για άλλα σημαντικά θέματα.

Όταν ήρθε το απόγευμα, η πεταλούδα είπε στο λουλούδι «χαίρομαι πολύ που σε γνώρισα και γίναμε φίλοι στο τέλος της ζωής μου». Το λουλούδι κατάλαβε. Άπλωσε τα πέταλά του όσο πιο πολύ μπορούσε, επιτρέποντας στην πεταλούδα να ξαπλώσει άνετα πάνω του, αφήνοντας το λευκό του τιτανίου να γεμίσει την τελευταία της ματιά.

8 σχόλια:

dreamer-angel είπε...

Λευκούλα με στεναχώρησες!Υπέροχο παραμύθι!Μπράβο σου αλλά στεναχωρηθηκα γμτ σου

Συνοδοιπορος είπε...

Η σκληρή μοίρα της πεταλούδας, πάνω στο σκληρό λευκό του τιτανίου. Σκληρές αρμονίες.

Όμορφο!

Λευκή είπε...

Αγγελική μου,

ευχαριστώ, τέτοιου είδους παραμύθια έχω πολλά στο μυαλό μου..
Δεν το έγραψα όμως για να σας στεναχωρήσω. Ήθελα να δείξω πως στη φυσική ροή της ζωής, μπορεί να είναι κανείς τυχερός και να βρει ένα λουλούδι να απλώσει τα πέταλά του για να φύγει η πεταλούδα όσο πιο ήρεμα γίνεται..
:))

Λευκή είπε...

Συνοδοιπόρε,

μες στο μυαλό μου είσαι ρε?
:))))))))

Polykarpos είπε...

Πολύ καλό

JK O SΚΡΟΥΤΖΑΚΟS είπε...

ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΛΥΠΗΡΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ.ΕΥΤΥΧΩΣ Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΗΡΕΜΗ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ.ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΒΡΑΔΥ.

Λόγια, εικόνες, τραγούδια. είπε...

υπεροχο! γνησιο!

zekia είπε...

ίσως στα παραμύθια θα έπρεπε να απαγορεύεται το κακό τέλος! :)