Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Προγατάκια


Πάει αυτό ήταν. Δεν το'χω πια. Πού είναι οι τρομακτικές, φοβερές ΚΑΛΕΣ σκέψεις μου για τσεκούρια? Τι έχω πάθει πια, ειλικρινά αναρωτιέμαι. Έχω πολύ καιρό να γράψω κάτι για το θέμα αυτό που πρέπει να πω πως με προβληματίζει από παιδί. Μήπως η στρίγγλα έχει γίνει αρνάκι? Δεν νομίζω. Εξάλου, και τα αρνάκια από τι πάνε εις τόπο χλοερό? (όχι για να βοσκήσουν, το άλλο εννοώ, πάρτο αλλιώς) Ναι καλέ, από τσεκούρια πάνε! χιχι! Οκ, εντάξει, δεν τρώω αρνιά, ούτε κατσίκια- γίδες - προβατίνες και όπως αλλιώς τα λένε, αλλά αυτός είναι ο τρόπος, ο καλός ο παραδοσιακός, πώς να το κάνουμε τώρα.

Και έχω δει να γίνεται. Από μακριά βέβαια, γιατί η γιαγιά μου έλεγε "μην κοιτάς γιατί αλλιώς δεν θα παντρευτείς". Ή το άλλο κλασσικό της "φύγε από 'κει Βελζεβούλ, θα λερωθούν τα ρούχα σου". Εγώ τότε δεν τράβαγα κανένα ζόρι με την βρωμιά, ήμασταν αυτοκόλλητες. Και καθόμουν κι έβλεπα.

Ένα Πάσχα, στο χωριό φυσικά, πρέπει να ήμουν 8-9 χρονών, ήρθε ο γείτονας ο κυρ Μένιος για την παραδοσιακή σφαγή των αμνών που θα έψηναν και θα έτρωγαν την επόμενη μέρα. Είχαν αγοράσει από κάποιον άλλον 2 ζωντανά ωραιότατα και γλυκούτσικα αρνάκια πριν κάποιες μέρες και τα πρόσεχε ο παππούς μου στην αυλή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Εγώ πήγαινα και έπαιζα μαζί τους (τα είχα δέσει το ένα με το άλλο και προσπαθούσα να τα κάνω αρχαιοελληνικό άρμα αλλά δεν μου καθόντουσαν τα άτιμα). Τα είχα συμπαθήσει λοιπόν. Βλέπω τους μεγάλους σε κάποια φάση να τροχίζουν κάτι χαντζάρες νααααα και παίρνω πρέφα τι πρόκειται να ακολουθήσει. Το σκέφτομαι ώριμα το θέμα και πάω στον παππού μου. Βάζω τα χέρια στη μέση σαν καλό βλαχάκι που είμαι και του ζητάω το εργαλείο-που-κάνει-τα-πάντα-μέχρι-και-ουρανοξύστη-χτίζει. Τον σουγιά του. Ο παππούς δεν τον δίνει, εγώ τον αποπροσανατολίζω (αχ παππού κοίτα τι κάνει ο Μάκης - ο αδερφός μου), βάζω το χέρι στην τσέπη, παίρνω τον σουγιά και τρέχω στα αρνάκια. Κόβω το λουρί που τα κρατούσε κι αυτά αρχίζουν να τρέχουν. Εγώ επειδή ήξερα πως τα αρνάκια ήταν λίγο βλαμένα έτρεχα από πίσω τους για να φύγουν όσο πιο μακριά γίνεται και να μην γυρίσουν πίσω. Τρέχαμε τρέχαμε... τελικά χαθήκαμε σε κάτι χωράφια. Είχε αρχίσει να νυχτώνει κιόλας... κάθισα κάτω να σκεφτώ σοβαρά.

Αν γύριζα πίσω σκέτη, η μάνα μου θα με έκανε μαύρη γι'αυτό που έκανα. Αν δεν γυρνούσα, θα πεινούσα και θα κρύωνα, πράγμα που δεν μου άρεσε καθόλου. Αλλά αν γυρνούσα θα σκότωναν τα αρνάκια. Το πείσμα κέρδισε φυσικά, και έμεινα εκεί το χωράφι. Πέρασε κάποια ώρα και άρχισα να ζορίζομαι. Σε κάποια φάση άκουσα βήματα. Ήταν ο παππούς μου, ο οποίος με κοίταξε συνομωτικά. Ήξερε τι εγγόνι είχε, υπολόγισε τις κινήσεις μου και έπεσε μέσα. Είχε μαζί του φαγητό και μια κουβέρτα. Μείναμε εκεί όλο το βράδυ. Τα αρνάκια τελικά δεν τα πείραξε κανείς, ο πατέρας μου έψησε μπριζόλες για όλους (και για τους γείτονες) και ο παππούς ξεκίνησε κοπάδι!

4 σχόλια:

Συνοδοιπορος είπε...

Ποτέ κανείς δεν κατάλαβε (ούτε κι εγώ)τους λόγους για τους οποίους μπορεί να συγκινηθώ, άσε που δεν νομίζω ότι χρωστάω πουθενά εξηγήσεις.
Τώρα πάντως εδώ, δεν είναι τα αρνάκια, ούτε η παιδική ευαισθησία, ούτε τα κόλπα, ούτε η αυτοθυσία.

Ο παππούς σου, πρέπει να είναι πολύ ξεχωριστός.

Λευκή είπε...

Ήταν.

Συνοδοιπορος είπε...

...και άρα μια πολύ ξεχωριστή ανάμνηση!

zekia είπε...

ωραία ιστορία... νομίζω πως ήσουν κάτι σαν Ράμπο για τα αρνάκια.. με το σουγιά:)
Και ο παππούς σου, ξεχωριστή περίπτωση